Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιανός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροπολεπτός, αδύνατος Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένολιανά Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένολιανά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιανός < μεσαιωνική ελληνική λιανός < λείος < αρχαία ελληνική λεῖος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁lengʷʰ- (ελαφρύς)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιανόςλιανήλιανό
Γενικήλιανούλιανήςλιανού
Αιτιατικήλιανόλιανήλιανό
Κλητικήλιανέλιανήλιανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιανοίλιανέςλιανά
Γενικήλιανώνλιανώνλιανών
Αιτιατικήλιανούςλιανέςλιανά
Κλητικήλιανοίλιανέςλιανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →