λιανοκέρι
•
- κερί σε σχήμα μακρόστενο και λεπτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιανοκέρι < λιαν(ός) + -ο- + κερ(ί) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιανοκέρι | λιανοκέρια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | λιανοκέρι | λιανοκέρια |
| Κλητική | λιανοκέρι | λιανοκέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →