λιανοκόβω
•
- κόβω σε λιανά κομμάτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιανοκόβω < λιανός + -ο- + κόβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιανοκόβω | λιανοκόβεις | λιανοκόβει | λιανοκόβουμε | λιανοκόβετε | λιανοκόβουν / λιανοκόβουνε |
| Παρατατικός | λιανοέκοβα | λιανοέκοβες | λιανοέκοβε | λιανοκόβαμε | λιανοκόβατε | λιανοέκοβαν / λιανοκόβαν / λιανοκόβανε |
| Αόριστος | λιανοέκοψα | λιανοέκοψες | λιανοέκοψε | λιανοκόψαμε | λιανοκόψατε | λιανοέκοψαν / λιανοκόψαν / λιανοκόψανε |
| Μέλλοντας | θα λιανοκόβω / θα λιανοκόψω | θα λιανοκόβεις / θα λιανοκόψεις | θα λιανοκόβει / θα λιανοκόψει | θα λιανοκόβουμε / θα λιανοκόψουμε | θα λιανοκόβετε / θα λιανοκόψετε | θα λιανοκόβουν / θα λιανοκόβουνε / θα λιανοκόψουν / θα λιανοκόψουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιανοκόψει | έχεις λιανοκόψει | έχει λιανοκόψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιανοκόψει | είχες λιανοκόψει | είχε λιανοκόψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιανοκόψει / να λιανοκόβω / να λιανοκόψω | να έχεις λιανοκόψει / να λιανοκόβεις / να λιανοκόψεις | να έχει λιανοκόψει / να λιανοκόβει / να λιανοκόψει | να λιανοκόβουμε / να λιανοκόψουμε | να λιανοκόβετε / να λιανοκόψετε | να λιανοκόβουν / να λιανοκόβουνε / να λιανοκόψουν / να λιανοκόψουνε |
| Προστακτική | — | έχε λιανοκομμένο / λιανόκοβε / λιανόκοψε | — | — | λιανοκόβετε / λιανοκόψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →