λιανοτράγουδο
•
- δημοτικό τραγούδι σε δίστιχα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιανοτράγουδο < λιαν(ός) + -ο- + τραγούδ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιανοτράγουδο | λιανοτράγουδα |
| Γενική | λιανοτράγουδου | λιανοτράγουδων |
| Αιτιατική | λιανοτράγουδο | λιανοτράγουδα |
| Κλητική | λιανοτράγουδο | λιανοτράγουδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →