Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιβαδικός

/li.va.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λιβάδι, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιβαδικός < λιβάδ(ι) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιβαδικόςλιβαδικήλιβαδικό
Γενικήλιβαδικούλιβαδικήςλιβαδικού
Αιτιατικήλιβαδικόλιβαδικήλιβαδικό
Κλητικήλιβαδικέλιβαδικήλιβαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιβαδικοίλιβαδικέςλιβαδικά
Γενικήλιβαδικώνλιβαδικώνλιβαδικών
Αιτιατικήλιβαδικούςλιβαδικέςλιβαδικά
Κλητικήλιβαδικοίλιβαδικέςλιβαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →