Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χορτολιβαδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λιβάδια από χόρτο ή όταν αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χορτολιβαδικός < χόρτο + -ο- + λιβαδικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορτολιβαδικόςχορτολιβαδικήχορτολιβαδικό
Γενικήχορτολιβαδικούχορτολιβαδικήςχορτολιβαδικού
Αιτιατικήχορτολιβαδικόχορτολιβαδικήχορτολιβαδικό
Κλητικήχορτολιβαδικέχορτολιβαδικήχορτολιβαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχορτολιβαδικοίχορτολιβαδικέςχορτολιβαδικά
Γενικήχορτολιβαδικώνχορτολιβαδικώνχορτολιβαδικών
Αιτιατικήχορτολιβαδικούςχορτολιβαδικέςχορτολιβαδικά
Κλητικήχορτολιβαδικοίχορτολιβαδικέςχορτολιβαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →