λιβελογραφικός
•
- που έχει σχέση με τον λιβελογράφο ή τη λιβελογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιβελογραφικός < λιβελογράφος / λιβελογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιβελογραφικός | λιβελογραφική | λιβελογραφικό |
| Γενική | λιβελογραφικού | λιβελογραφικής | λιβελογραφικού |
| Αιτιατική | λιβελογραφικό | λιβελογραφική | λιβελογραφικό |
| Κλητική | λιβελογραφικέ | λιβελογραφική | λιβελογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιβελογραφικοί | λιβελογραφικές | λιβελογραφικά |
| Γενική | λιβελογραφικών | λιβελογραφικών | λιβελογραφικών |
| Αιτιατική | λιβελογραφικούς | λιβελογραφικές | λιβελογραφικά |
| Κλητική | λιβελογραφικοί | λιβελογραφικές | λιβελογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →