Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιβελογραφώ

/li.ve.lo.ɣɾaˈfo/ρήμα
•
  1. γράφω λίβελους και τους δημοσιεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιβελογραφώ < λιβελογράφος + -ώ < λίβελος + γράφω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλιβελογραφώλιβελογραφείςλιβελογραφείλιβελογραφούμελιβελογραφείτελιβελογραφούν / λιβελογραφούνε
Παρατατικόςλιβελογραφούσαλιβελογραφούσεςλιβελογραφούσελιβελογραφούσαμελιβελογραφούσατελιβελογραφούσαν / λιβελογραφούσανε
Αόριστοςλιβελογράφησαλιβελογράφησεςλιβελογράφησελιβελογραφήσαμελιβελογραφήσατελιβελογράφησαν / λιβελογραφήσαν / λιβελογραφήσανε
Μέλλονταςθα λιβελογραφήσω / θα λιβελογραφώθα λιβελογραφήσεις / θα λιβελογραφείςθα λιβελογραφήσει / θα λιβελογραφείθα λιβελογραφήσουμε / θα λιβελογραφούμεθα λιβελογραφήσετε / θα λιβελογραφείτεθα λιβελογραφήσουν / θα λιβελογραφήσουνε / θα λιβελογραφούν / θα λιβελογραφούνε
Παρακείμενοςέχω λιβελογραφήσειέχεις λιβελογραφήσειέχει λιβελογραφήσειέχουμε λιβελογραφήσειέχετε λιβελογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λιβελογραφήσειείχες λιβελογραφήσειείχε λιβελογραφήσειείχαμε λιβελογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσω / να λιβελογραφώνα έχεις λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσεις / να λιβελογραφείςνα έχει λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσει / να λιβελογραφείνα έχουμε λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσουμε / να λιβελογραφούμενα έχετε λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσετε / να λιβελογραφείτενα λιβελογραφήσουν / να λιβελογραφήσουνε / να λιβελογραφούν / να λιβελογραφούνε
Προστακτική—λιβελογράφει / λιβελογράφησε——λιβελογραφήστε / λιβελογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →