λιβελογραφώ
•
- γράφω λίβελους και τους δημοσιεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιβελογραφώ < λιβελογράφος + -ώ < λίβελος + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιβελογραφώ | λιβελογραφείς | λιβελογραφεί | λιβελογραφούμε | λιβελογραφείτε | λιβελογραφούν / λιβελογραφούνε |
| Παρατατικός | λιβελογραφούσα | λιβελογραφούσες | λιβελογραφούσε | λιβελογραφούσαμε | λιβελογραφούσατε | λιβελογραφούσαν / λιβελογραφούσανε |
| Αόριστος | λιβελογράφησα | λιβελογράφησες | λιβελογράφησε | λιβελογραφήσαμε | λιβελογραφήσατε | λιβελογράφησαν / λιβελογραφήσαν / λιβελογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα λιβελογραφήσω / θα λιβελογραφώ | θα λιβελογραφήσεις / θα λιβελογραφείς | θα λιβελογραφήσει / θα λιβελογραφεί | θα λιβελογραφήσουμε / θα λιβελογραφούμε | θα λιβελογραφήσετε / θα λιβελογραφείτε | θα λιβελογραφήσουν / θα λιβελογραφήσουνε / θα λιβελογραφούν / θα λιβελογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω λιβελογραφήσει | έχεις λιβελογραφήσει | έχει λιβελογραφήσει | έχουμε λιβελογραφήσει | έχετε λιβελογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιβελογραφήσει | είχες λιβελογραφήσει | είχε λιβελογραφήσει | είχαμε λιβελογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσω / να λιβελογραφώ | να έχεις λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσεις / να λιβελογραφείς | να έχει λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσει / να λιβελογραφεί | να έχουμε λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσουμε / να λιβελογραφούμε | να έχετε λιβελογραφήσει / να λιβελογραφήσετε / να λιβελογραφείτε | να λιβελογραφήσουν / να λιβελογραφήσουνε / να λιβελογραφούν / να λιβελογραφούνε |
| Προστακτική | — | λιβελογράφει / λιβελογράφησε | — | — | λιβελογραφήστε / λιβελογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →