Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιγνός

/liˈɣnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει πολύ σάρκα Βικιλεξικό
  2. αδύνατος, ισχνός, λεπτός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιγνός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λιγνός < ελληνιστική κοινή λέγνος < λέγνον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιγνόςλιγνήλιγνό
Γενικήλιγνούλιγνήςλιγνού
Αιτιατικήλιγνόλιγνήλιγνό
Κλητικήλιγνέλιγνήλιγνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιγνοίλιγνέςλιγνά
Γενικήλιγνώνλιγνώνλιγνών
Αιτιατικήλιγνούςλιγνέςλιγνά
Κλητικήλιγνοίλιγνέςλιγνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →