λιθοβολώ
•
- πετάω πέτρες ενάντια σε κάποιον Βικιλεξικό
- ειδικότεραθανατώνω κάποιον ρίχνοντας εναντίον του πέτρες Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιτίθεμαι με σκληρά λόγια σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιθοβολώ < ελληνιστική κοινή λιθοβολέω / λιθοβολῶ < αρχαία ελληνική λιθοβόλος < λίθος + βάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιθοβολώ | λιθοβολείς | λιθοβολεί | λιθοβολούμε | λιθοβολείτε | λιθοβολούν / λιθοβολούνε |
| Παρατατικός | λιθοβολούσα | λιθοβολούσες | λιθοβολούσε | λιθοβολούσαμε | λιθοβολούσατε | λιθοβολούσαν / λιθοβολούσανε |
| Αόριστος | λιθοβόλησα | λιθοβόλησες | λιθοβόλησε | λιθοβολήσαμε | λιθοβολήσατε | λιθοβολήσαν / λιθοβολήσανε / λιθοβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα λιθοβολήσω / θα λιθοβολώ | θα λιθοβολήσεις / θα λιθοβολείς | θα λιθοβολήσει / θα λιθοβολεί | θα λιθοβολήσουμε / θα λιθοβολούμε | θα λιθοβολήσετε / θα λιθοβολείτε | θα λιθοβολήσουν / θα λιθοβολήσουνε / θα λιθοβολούν / θα λιθοβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω λιθοβολήσει | έχεις λιθοβολήσει | έχει λιθοβολήσει | έχουμε λιθοβολήσει | έχετε λιθοβολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιθοβολήσει | είχες λιθοβολήσει | είχε λιθοβολήσει | είχαμε λιθοβολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λιθοβολήσει / να λιθοβολήσω / να λιθοβολώ | να έχεις λιθοβολήσει / να λιθοβολήσεις / να λιθοβολείς | να έχει λιθοβολήσει / να λιθοβολήσει / να λιθοβολεί | να έχουμε λιθοβολήσει / να λιθοβολήσουμε / να λιθοβολούμε | να έχετε λιθοβολήσει / να λιθοβολήσετε / να λιθοβολείτε | να λιθοβολήσουν / να λιθοβολήσουνε / να λιθοβολούν / να λιθοβολούνε |
| Προστακτική | — | λιθοβόλει / λιθοβόλησε | — | — | λιθοβολήστε / λιθοβολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →