πετροβολώ
•
- ρίχνω πέτρες σε κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετροβολώ < ελληνιστική κοινή πετροβολέω / πετροβολῶ < αρχαία ελληνική πετροβόλος < πέτρα + βάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πετροβολάω / πετροβολώ | πετροβολάς | πετροβολά / πετροβολάει | πετροβολάμε / πετροβολούμε | πετροβολάτε | πετροβολάν / πετροβολάνε / πετροβολούν / πετροβολούνε |
| Παρατατικός | πετροβολούσα | πετροβολούσες | πετροβολούσε | πετροβολούσαμε | πετροβολούσατε | πετροβολούσαν / πετροβολούσανε |
| Αόριστος | πετροβόλησα | πετροβόλησες | πετροβόλησε | πετροβολήσαμε | πετροβολήσατε | πετροβολήσαν / πετροβολήσανε / πετροβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα πετροβολάω / θα πετροβολήσω / θα πετροβολώ | θα πετροβολάς / θα πετροβολήσεις | θα πετροβολά / θα πετροβολάει / θα πετροβολήσει | θα πετροβολάμε / θα πετροβολήσουμε / θα πετροβολούμε | θα πετροβολάτε / θα πετροβολήσετε | θα πετροβολάν / θα πετροβολάνε / θα πετροβολήσουν / θα πετροβολήσουνε / θα πετροβολούν / θα πετροβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω πετροβολήσει | έχεις πετροβολήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πετροβολήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πετροβολήσει / να πετροβολάω / να πετροβολήσω / να πετροβολώ | να έχεις πετροβολήσει / να πετροβολάς / να πετροβολήσεις | να πετροβολά / να πετροβολάει / να πετροβολήσει | να πετροβολάμε / να πετροβολήσουμε / να πετροβολούμε | να πετροβολάτε / να πετροβολήσετε | να πετροβολάν / να πετροβολάνε / να πετροβολήσουν / να πετροβολήσουνε / να πετροβολούν / να πετροβολούνε |
| Προστακτική | — | πετροβόλα / πετροβόλαγε / πετροβόλησε | — | — | πετροβολάτε / πετροβολήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →