λιθοκοπτικός
•
- που έχει σχέση με λιθοκόπτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιθοκοπτικός < λιθοκόπτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιθοκοπτικός | λιθοκοπτική | λιθοκοπτικό |
| Γενική | λιθοκοπτικού | λιθοκοπτικής | λιθοκοπτικού |
| Αιτιατική | λιθοκοπτικό | λιθοκοπτική | λιθοκοπτικό |
| Κλητική | λιθοκοπτικέ | λιθοκοπτική | λιθοκοπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιθοκοπτικοί | λιθοκοπτικές | λιθοκοπτικά |
| Γενική | λιθοκοπτικών | λιθοκοπτικών | λιθοκοπτικών |
| Αιτιατική | λιθοκοπτικούς | λιθοκοπτικές | λιθοκοπτικά |
| Κλητική | λιθοκοπτικοί | λιθοκοπτικές | λιθοκοπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →