Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λινοτυπία

/li.no.tiˈpi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η παραγωγή τυπογραφικών στοιχείων σε ειδική λινοτυπική μηχανή Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητρόπος τυπογραφικής εκτύπωσης στον οποίο τα στοιχεία κάθε σειράς προέρχονται από λινοτυπική μηχανή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λινοτυπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική linotype < σήμα κατατεθέν Mergenthaler Linotype Company < line (γραμμή) + -o- + type (τύπος) > -τυπία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλινοτυπίαλινοτυπίες
Γενικήλινοτυπίαςλινοτυπιών
Αιτιατικήλινοτυπίαλινοτυπίες
Κλητικήλινοτυπίαλινοτυπίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →