λινοτυπία
•
- η παραγωγή τυπογραφικών στοιχείων σε ειδική λινοτυπική μηχανή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητρόπος τυπογραφικής εκτύπωσης στον οποίο τα στοιχεία κάθε σειράς προέρχονται από λινοτυπική μηχανή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λινοτυπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική linotype < σήμα κατατεθέν Mergenthaler Linotype Company < line (γραμμή) + -o- + type (τύπος) > -τυπία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λινοτυπία | λινοτυπίες |
| Γενική | λινοτυπίας | λινοτυπιών |
| Αιτιατική | λινοτυπία | λινοτυπίες |
| Κλητική | λινοτυπία | λινοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →