Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λινοτυπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λινοτυπία ή λινοτύπη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λινοτυπικός < λινοτυπία / λινοτύπης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλινοτυπικόςλινοτυπικήλινοτυπικό
Γενικήλινοτυπικούλινοτυπικήςλινοτυπικού
Αιτιατικήλινοτυπικόλινοτυπικήλινοτυπικό
Κλητικήλινοτυπικέλινοτυπικήλινοτυπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλινοτυπικοίλινοτυπικέςλινοτυπικά
Γενικήλινοτυπικώνλινοτυπικώνλινοτυπικών
Αιτιατικήλινοτυπικούςλινοτυπικέςλινοτυπικά
Κλητικήλινοτυπικοίλινοτυπικέςλινοτυπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →