λινός
•
- κατασκευασμένος από λινάρι Βικιλεξικό
- 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Δ, 7.15
Ετυμολογία
λινός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λινός < αρχαία ελληνική λινοῦς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λινός | λινή | λινό |
| Γενική | λινού | λινής | λινού |
| Αιτιατική | λινό | λινή | λινό |
| Κλητική | λινέ | λινή | λινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λινοί | λινές | λινά |
| Γενική | λινών | λινών | λινών |
| Αιτιατική | λινούς | λινές | λινά |
| Κλητική | λινοί | λινές | λινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →