λιοπύρι
•
- πολλή ζέστη που προκαλείται από τις ακτίνες του ηλίου Βικιλεξικό
- Ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών. Βολτάριζε με τους φίλους του στα χωράφια και παρατηρούσε, μέσα στο λιοπύρι, τις ακάματες εργασίες των αγροτών. (Παύλος Κοντέλλης: Τα «Εργαλεία της Παράδοσης», ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/4/2014 http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=585768)
- Μέ λιοπύρια πού σκάζ’ ό τσίντσιρας καί νά πηγαίν’ ό ίδρος σουβάλα, μέ βροχές καί μέ γαζέπια (καταιγίδες) καί μέ μεγάλες φουρτούνες πού νά τούς χτυπούν τά χαλάζια στ’ αυτιά, πάντα αυτοί ξενηστικωμένοι παιδεύονται στούς δρόμους. (Ηπειρωτική Εστία, τεύχος 98, 1960, σελ. 464 https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/27556/1/%CE%97%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1%20%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%87.98,%201960.pdf)
Ετυμολογία
λιοπύρι < λιο- (<ήλιος) + πύρα + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιοπύρι | λιοπύρια |
| Γενική | λιοπυριού | λιοπυριών |
| Αιτιατική | λιοπύρι | λιοπύρια |
| Κλητική | λιοπύρι | λιοπύρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →