Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καύσωνας

/ˈkaf.so.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καιρικό φαινόμενο με υπερβολική ζέστη που έχει συνήθως διάρκεια αρκετών ημερών Βικιλεξικό
    • κύμα καύσωνα έχει ενσκήψει
    • Ωστόσο, οι καύσωνες της Άνοιξης και ιδίως του Μάιου, παραδόξως, είναι και ωφέλιμοι γιατί είναι ζημιογόνοι για τον Δάκο. Και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι ακμαία άτομα Δάκου που εκτίθενται επί αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες άνω 32^ο αδρανοποιούνται και άνω των 36^ο θνήσκουν. (Ν. Μιχελάκης, Καύσωνες εναντίον Ελιάς αλλά και … Δάκου! Πιθανοί κίνδυνοι αλλά και ...οφέλη., Σύλλογος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, 14/5/2020 https://sedik.gr/arxeio-elaioneon/2020/1864-kausones-enantion-elias-alla-kai-dakou)

Ετυμολογία

καύσωνας < ελληνιστική κοινή καύσων < αρχαία ελληνική καίω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαύσωναςκαύσωνες
Γενικήκαύσωνακαυσώνων
Αιτιατικήκαύσωνακαύσωνες
Κλητικήκαύσωνακαύσωνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →