λιπαίνω
•
- αλείφω ή εφοδιάζω με λιπαρή ουσία, πχ λάδι ή ορυκτέλαιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιπαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λιπαίνω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική engraisser
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λιπαίνω | λιπαίνεις | λιπαίνει | λιπαίνουμε | λιπαίνετε | λιπαίνουν / λιπαίνουνε |
| Παρατατικός | λίπαινα | λίπαινες | λίπαινε | λιπαίναμε | λιπαίνατε | λίπαιναν / λιπαίναν / λιπαίνανε |
| Αόριστος | λίπανα | λίπανες | λίπανε | λιπάναμε | λιπάνατε | λίπαναν / λιπάναν / λιπάνανε |
| Μέλλοντας | θα λιπάνω / θα λιπαίνω | θα λιπάνεις / θα λιπαίνεις | θα λιπάνει / θα λιπαίνει | θα λιπάνουμε / θα λιπαίνουμε | θα λιπάνετε / θα λιπαίνετε | θα λιπάνουν / θα λιπάνουνε / θα λιπαίνουν / θα λιπαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω λιπάνει | έχεις λιπάνει | έχει λιπάνει | έχουμε λιπάνει | έχετε λιπάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λιπάνει | είχες λιπάνει | είχε λιπάνει | είχαμε λιπάνει | είχατε λιπάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω λιπάνει / να λιπάνω / να λιπαίνω | να έχεις λιπάνει / να λιπάνεις / να λιπαίνεις | να έχει λιπάνει / να λιπάνει / να λιπαίνει | να έχουμε λιπάνει / να λιπάνουμε / να λιπαίνουμε | να έχετε λιπάνει / να λιπάνετε / να λιπαίνετε | να λιπάνουν / να λιπάνουνε / να λιπαίνουν / να λιπαίνουνε |
| Προστακτική | — | λίπαινε / λίπανε | — | — | λιπάνετε / λιπαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →