λιπαντικός
•
- που έχει σχέση με λίπανση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένολιπαντικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιπαντικός < λιπαίνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιπαντικός | λιπαντική | λιπαντικό |
| Γενική | λιπαντικού | λιπαντικής | λιπαντικού |
| Αιτιατική | λιπαντικό | λιπαντική | λιπαντικό |
| Κλητική | λιπαντικέ | λιπαντική | λιπαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λιπαντικοί | λιπαντικές | λιπαντικά |
| Γενική | λιπαντικών | λιπαντικών | λιπαντικών |
| Αιτιατική | λιπαντικούς | λιπαντικές | λιπαντικά |
| Κλητική | λιπαντικοί | λιπαντικές | λιπαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →