Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λιπαντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λίπανση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένολιπαντικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λιπαντικός < λιπαίνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιπαντικόςλιπαντικήλιπαντικό
Γενικήλιπαντικούλιπαντικήςλιπαντικού
Αιτιατικήλιπαντικόλιπαντικήλιπαντικό
Κλητικήλιπαντικέλιπαντικήλιπαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλιπαντικοίλιπαντικέςλιπαντικά
Γενικήλιπαντικώνλιπαντικώνλιπαντικών
Αιτιατικήλιπαντικούςλιπαντικέςλιπαντικά
Κλητικήλιπαντικοίλιπαντικέςλιπαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →