λιπαντικό
•
- μηχανολογία: υγρό ή ημίρρευστο που χρησιμοποιείται για τη λίπανση μηχανών ή μηχανισμών, όπως το γράσο ή το λάδι μηχανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λιπαντικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου λιπαντικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λιπαντικό | λιπαντικά |
| Γενική | λιπαντικού | λιπαντικών |
| Αιτιατική | λιπαντικό | λιπαντικά |
| Κλητική | λιπαντικό | λιπαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →