λογγώνω
•
- αμετάβατομετατρέπομαι σε λόγγο Βικιλεξικό
- το χωράφι έχει μείνει ακαλλιέργητο για μια δεκαετία και τώρα έχει λογκώσει
Ετυμολογία
λογγώνω < λόγγος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογγώνω | λογγώνεις | λογγώνει | λογγώνουμε | λογγώνετε | λογγώνουν / λογγώνουνε |
| Παρατατικός | λόγγωνα | λόγγωνες | λόγγωνε | λογγώναμε | λογγώνατε | λογγώναν / λογγώνανε / λόγγωναν |
| Αόριστος | λόγγωσα | λόγγωσες | λόγγωσε | λογγώσαμε | λογγώσατε | λογγώσαν / λογγώσανε / λόγγωσαν |
| Μέλλοντας | θα λογγώνω / θα λογγώσω | θα λογγώνεις / θα λογγώσεις | θα λογγώνει / θα λογγώσει | θα λογγώνουμε / θα λογγώσουμε | θα λογγώνετε / θα λογγώσετε | θα λογγώνουν / θα λογγώνουνε / θα λογγώσουν / θα λογγώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λογγώσει | έχεις λογγώσει | έχει λογγώσει | έχουμε λογγώσει | έχετε λογγώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογγώσει | είχες λογγώσει | είχε λογγώσει | είχαμε λογγώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λογγώσει / να λογγώνω / να λογγώσω | να έχεις λογγώσει / να λογγώνεις / να λογγώσεις | να έχει λογγώσει / να λογγώνει / να λογγώσει | να έχουμε λογγώσει / να λογγώνουμε / να λογγώσουμε | να έχετε λογγώσει / να λογγώνετε / να λογγώσετε | να λογγώνουν / να λογγώνουνε / να λογγώσουν / να λογγώσουνε |
| Προστακτική | — | λόγγωνε / λόγγωσε | — | — | λογγώνετε / λογγώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →