Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοθέτης

/lo.ɣoˈθe.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τιμητικός τίτλος που δίνεται σε λαϊκούς από το πατριαρχείο Βικιλεξικό
  2. αξίωμααξίωμα υψηλόβαθμου πολιτικού υπαλλήλου στο βυζαντινό κράτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογοθέτης < λογο- + -θέτης, μεσαιωνική ελληνική λογοθέτης < ελληνιστική κοινή λογοθέτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογοθέτηςλογοθέτες
Γενικήλογοθέτηλογοθετών
Αιτιατικήλογοθέτηλογοθέτες
Κλητικήλογοθέτηλογοθέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →