λογοκρίνω
•
- δεν επιτρέπω σε κάποιον να εκφραστεί ελεύθερα διά του λόγου Βικιλεξικό
- απαγορεύω την έκδοση κειμένου, την πραγματοποίηση καλλιτεχνικής παράστασης κλπ λόγω του περιεχομένου τους Βικιλεξικό
- διαγράφω κατά την κρίση μου τμήμα από κείμενο άλλου, επειδή περιέχει πληροφορίες που χαρακτηρίζονται απόρρητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λογοκρίνω < λόγος + -ο- + κρίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογοκρίνω | λογοκρίνεις | λογοκρίνει | λογοκρίνουμε | λογοκρίνετε | λογοκρίνουν / λογοκρίνουνε |
| Παρατατικός | λογόκρινα | λογόκρινες | λογόκρινε | λογοκρίναμε | λογοκρίνατε | λογοκρίναν / λογοκρίνανε / λογόκριναν |
| Αόριστος | λογόκρινα | λογόκρινες | λογόκρινε | λογοκρίναμε | λογοκρίνατε | λογοκρίναν / λογοκρίνανε / λογόκριναν |
| Μέλλοντας | θα λογοκρίνω | θα λογοκρίνεις | θα λογοκρίνει | θα λογοκρίνουμε | θα λογοκρίνετε | θα λογοκρίνουν / θα λογοκρίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω λογοκρίνει | έχεις λογοκρίνει | έχει λογοκρίνει | έχουμε λογοκρίνει | έχετε λογοκρίνει | έχουν λογοκρίνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογοκρίνει | είχες λογοκρίνει | είχε λογοκρίνει | είχαμε λογοκρίνει | είχατε λογοκρίνει | είχαν λογοκρίνει |
| Υποτακτική | να έχω λογοκρίνει / να λογοκρίνω | να έχεις λογοκρίνει / να λογοκρίνεις | να έχει λογοκρίνει / να λογοκρίνει | να έχουμε λογοκρίνει / να λογοκρίνουμε | να έχετε λογοκρίνει / να λογοκρίνετε | να έχουν λογοκρίνει / να λογοκρίνουν / να λογοκρίνουνε |
| Προστακτική | — | λογόκρινε | — | — | λογοκρίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →