Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοκρίνω

ρήμα
•
  1. δεν επιτρέπω σε κάποιον να εκφραστεί ελεύθερα διά του λόγου Βικιλεξικό
  2. απαγορεύω την έκδοση κειμένου, την πραγματοποίηση καλλιτεχνικής παράστασης κλπ λόγω του περιεχομένου τους Βικιλεξικό
  3. διαγράφω κατά την κρίση μου τμήμα από κείμενο άλλου, επειδή περιέχει πληροφορίες που χαρακτηρίζονται απόρρητες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογοκρίνω < λόγος + -ο- + κρίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλογοκρίνωλογοκρίνειςλογοκρίνειλογοκρίνουμελογοκρίνετελογοκρίνουν / λογοκρίνουνε
Παρατατικόςλογόκριναλογόκρινεςλογόκρινελογοκρίναμελογοκρίνατελογοκρίναν / λογοκρίνανε / λογόκριναν
Αόριστοςλογόκριναλογόκρινεςλογόκρινελογοκρίναμελογοκρίνατελογοκρίναν / λογοκρίνανε / λογόκριναν
Μέλλονταςθα λογοκρίνωθα λογοκρίνειςθα λογοκρίνειθα λογοκρίνουμεθα λογοκρίνετεθα λογοκρίνουν / θα λογοκρίνουνε
Παρακείμενοςέχω λογοκρίνειέχεις λογοκρίνειέχει λογοκρίνειέχουμε λογοκρίνειέχετε λογοκρίνειέχουν λογοκρίνει
Υπερσυντέλικοςείχα λογοκρίνειείχες λογοκρίνειείχε λογοκρίνειείχαμε λογοκρίνειείχατε λογοκρίνειείχαν λογοκρίνει
Υποτακτικήνα έχω λογοκρίνει / να λογοκρίνωνα έχεις λογοκρίνει / να λογοκρίνειςνα έχει λογοκρίνει / να λογοκρίνεινα έχουμε λογοκρίνει / να λογοκρίνουμενα έχετε λογοκρίνει / να λογοκρίνετενα έχουν λογοκρίνει / να λογοκρίνουν / να λογοκρίνουνε
Προστακτική—λογόκρινε——λογοκρίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →