Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοκρισία

/lo.ɣo.kɾiˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο έλεγχος που ασκείται από κάποια εξουσία στις διάφορες εκφάνσεις του λόγου (κυρίως στα ΜΜΕ) και της τέχνης, με απώτερο στόχο την παρεμπόδιση ανταλλαγής πληροφοριών, ιδεών και απόψεων, οι οποίες είναι αντίθετες προς τις αρχές της εξουσίας Βικιλεξικό
    • Το νέο περιστατικό λογοκρισίας και σκοταδισμού, παρόμοιο με αυτό που συνέβη μόλις πριν από μερικούς μήνες, όταν δασκάλα, δέχθηκε την επίπληξη από διευθύντριά της για τη διδασκαλία του «Κεμάλ» του Μάνου Χατζηδάκι μετά από διαμαρτυρία γονέα για ισλαμική προπαγάνδα, καταγράφηκε σε σχολική γιορτή στον Πύργο. (εφ. Ελευθεροτυπία, 27.10.2013)
  2. γενικότεραη παρέμβαση που περιορίζει την πνευματική δράση κάποιου Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάτο σύνολο των ανθρώπων που λογοκρίνουν, των λογοκριτών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λογοκρισία < λογο- (< λόγος) + -κρισία (< κρίνω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική censure) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1826

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλογοκρισίαλογοκρισίες
Γενικήλογοκρισίαςλογοκρισιών
Αιτιατικήλογοκρισίαλογοκρισίες
Κλητικήλογοκρισίαλογοκρισίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →