Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λοιδοριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δένδρο, είδος δρυς που θεωρείται καταραμένο και αφορισμένο επειδή από αυτό έφτιαξαν τον σταυρό του Χριστού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λοιδοριά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλοιδοριάλοιδοριές
Γενικήλοιδοριάςλοιδοριών
Αιτιατικήλοιδοριάλοιδοριές
Κλητικήλοιδοριάλοιδοριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λοιδορία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κακολογία, προσβλητική κοροϊδία σε βάρος κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λοιδορία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λοιδορία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλοιδορίαλοιδορίες
Γενικήλοιδορίαςλοιδοριών
Αιτιατικήλοιδορίαλοιδορίες
Κλητικήλοιδορίαλοιδορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →