λοκατζής
•
- επάγγελμαοπλίτης ή αξιωματικός που υπηρετεί στα ΛΟΚ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοκατζής < ΛΟΚ + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λοκατζής | λοκατζήδες |
| Γενική | λοκατζή | λοκατζήδων |
| Αιτιατική | λοκατζή | λοκατζήδες |
| Κλητική | λοκατζή | λοκατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →