λοξοδρομικός
•
- που έχει σχέση με λοξοδρομία ή λοξοδρόμηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοξοδρομικός < λοξοδρομία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λοξοδρομικός | λοξοδρομική | λοξοδρομικό |
| Γενική | λοξοδρομικού | λοξοδρομικής | λοξοδρομικού |
| Αιτιατική | λοξοδρομικό | λοξοδρομική | λοξοδρομικό |
| Κλητική | λοξοδρομικέ | λοξοδρομική | λοξοδρομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λοξοδρομικοί | λοξοδρομικές | λοξοδρομικά |
| Γενική | λοξοδρομικών | λοξοδρομικών | λοξοδρομικών |
| Αιτιατική | λοξοδρομικούς | λοξοδρομικές | λοξοδρομικά |
| Κλητική | λοξοδρομικοί | λοξοδρομικές | λοξοδρομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →