Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λοξοδρομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λοξοδρομία ή λοξοδρόμηση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λοξοδρομικός < λοξοδρομία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλοξοδρομικόςλοξοδρομικήλοξοδρομικό
Γενικήλοξοδρομικούλοξοδρομικήςλοξοδρομικού
Αιτιατικήλοξοδρομικόλοξοδρομικήλοξοδρομικό
Κλητικήλοξοδρομικέλοξοδρομικήλοξοδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλοξοδρομικοίλοξοδρομικέςλοξοδρομικά
Γενικήλοξοδρομικώνλοξοδρομικώνλοξοδρομικών
Αιτιατικήλοξοδρομικούςλοξοδρομικέςλοξοδρομικά
Κλητικήλοξοδρομικοίλοξοδρομικέςλοξοδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →