λοξοδρομώ
•
- στρίβω λοξά και βγαίνω από την πορεία μου Βικιλεξικό
- μεταφορικάχάνω το στόχο μου και ασχολούμαι με άλλα πράγματα από αυτά που αρχικά ήθελα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λοξοδρομώ < ελληνιστική κοινή λοξοδρόμος + -ώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →