λουκούμι
•
- γλυκόπαραδοσιακό γλύκισμα της τούρκικης κουζίνας που σερβίρεται σε μικρά κομμάτια κυβικού σχήματος Βικιλεξικό
- Ονομαστά είναι τα συριανά λουκούμια.
- Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.
- μεταφορικάκάτι πολύ νόστιμο Βικιλεξικό
- Το αρνάκι με τις πατάτες έγινε στο φούρνο λουκούμι.
- μεταφορικάκάτι πολύ βολικό Βικιλεξικό
- Η προσφορά του να με βοηθήσει μου ήρθε λουκούμι.
Ετυμολογία
λουκούμι < (άμεσο δάνειο) τουρκική (rahat) hulkum < αραβική الحلقوم (Hulquum)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λουκούμι | λουκούμια |
| Γενική | λουκουμιού | λουκουμιών |
| Αιτιατική | λουκούμι | λουκούμια |
| Κλητική | λουκούμι | λουκούμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →