λουλούδι
•
- βοτανικήτο μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος Βικιλεξικό
- Η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια.
- βοτανικήανθοφόρο φυτό Βικιλεξικό
- φυτεύω λουλούδια
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.
- μεταφορικάαθώος, απονήρευτος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπονηρός, ανήθικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λουλούδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λουλούδι(ν) < :: < είτε αλβανική lule + -ούδι μέσω των αρβανίτικων < παλαιοαλβανικά *lulā :: < είτε λατινική lili(um) (κρίνος) + -ούδι με ανομοίωση φωνηέντων [i] [i] < [u] [u] σε υποθετικό τύπο *λίλιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λουλούδι | λουλούδια |
| Γενική | λουλουδιού | λουλουδιών |
| Αιτιατική | λουλούδι | λουλούδια |
| Κλητική | λουλούδι | λουλούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →