λουλουδίζω
•
- ανθίζω, βγάζω λουλούδια Βικιλεξικό
- μεταφορικάευτυχώ, ακμάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λουλουδίζω < μεσαιωνική ελληνική λουλουδίζω < λουλούδι < αλβανική lule + -ούδι < παλαιοαλβανικά *lulā < κοπτική ϩⲗⲏⲣⲓ (hlēri) < ϩⲣⲏⲣⲉ (hrēre) < δημώδης αιγυπτιακή γραφή (ḥrrj) < αρχαία αιγυπτιακή D2:D21-D21:X1-M2 (ḥrrt)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λουλουδίζω | λουλουδίζεις | λουλουδίζει | λουλουδίζουμε | λουλουδίζετε | λουλουδίζουν / λουλουδίζουνε |
| Παρατατικός | λουλούδιζα | λουλούδιζες | λουλούδιζε | λουλουδίζαμε | λουλουδίζατε | λουλουδίζαν / λουλουδίζανε / λουλούδιζαν |
| Αόριστος | λουλούδισα | λουλούδισες | λουλούδισε | λουλουδίσαμε | λουλουδίσατε | λουλουδίσαν / λουλουδίσανε / λουλούδισαν |
| Μέλλοντας | θα λουλουδίζω / θα λουλουδίσω | θα λουλουδίζεις / θα λουλουδίσεις | θα λουλουδίζει / θα λουλουδίσει | θα λουλουδίζουμε / θα λουλουδίσουμε | θα λουλουδίζετε / θα λουλουδίσετε | θα λουλουδίζουν / θα λουλουδίζουνε / θα λουλουδίσουν / θα λουλουδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λουλουδίσει | έχεις λουλουδίσει | έχει λουλουδίσει | έχουμε λουλουδίσει | έχετε λουλουδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λουλουδίσει | είχες λουλουδίσει | είχε λουλουδίσει | είχαμε λουλουδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λουλουδίσει / να λουλουδίζω / να λουλουδίσω | να έχεις λουλουδίσει / να λουλουδίζεις / να λουλουδίσεις | να έχει λουλουδίσει / να λουλουδίζει / να λουλουδίσει | να έχουμε λουλουδίσει / να λουλουδίζουμε / να λουλουδίσουμε | να έχετε λουλουδίσει / να λουλουδίζετε / να λουλουδίσετε | να λουλουδίζουν / να λουλουδίζουνε / να λουλουδίσουν / να λουλουδίσουνε |
| Προστακτική | — | λουλούδιζε / λουλούδισε | — | — | λουλουδίζετε / λουλουδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →