λουξ
•
- παρωχημένοείδος φωτιστικού (που καίει πετρέλαιο ή άλλο υλικό) Βικιλεξικό
- φυσικήμονάδα μέτρησης που μετράει την φωτεινή ισχύ (λούμεν) ανά περιοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λουξ (επίθετο) < (λόγιο δάνειο) γαλλική luxe < λατινική luxus (πολυτέλεια) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewg- (κάμπτω, συστρέφω) : λουξ (ουσιαστικό) < (λόγιο δάνειο) γερμανική Lux < λατινική lux < πρωτοϊταλική *louks < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewk- (λευκός, λαμπερός, φωτεινός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →