λευκός
•
- που έχει λευκό χρώμα Βικιλεξικό
- Ο λευκός λαιμοδέτης μόνον μετὰ φράκου φορεῖται. Ὁ μαῦρος λαιμοδέτης καταχρηστικῶς φορεῖται μετὰ φράκου. (Εστία, τόμος 6, 29/12/1878, σελ. 3)
- που έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, που ανήκει στη λεγόμενη λευκή φυλή, σε αντίθεση με τους Αφρικανούς ή τους Ασιάτες Βικιλεξικό
- μεταφορικάάγραφος, καθαρός, μη βεβαρυμένος Βικιλεξικό
- Στις εξετάσεις, παρέδωσε λευκή κόλλα.
- λευκό ποινικό μητρώο
- ουσιαστικοποιημένολευκοί Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένολευκοί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λευκός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk- (λευκός, λαμπρός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκός | λευκή | λευκό |
| Γενική | λευκού | λευκής | λευκού |
| Αιτιατική | λευκό | λευκή | λευκό |
| Κλητική | λευκέ | λευκή | λευκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λευκοί | λευκές | λευκά |
| Γενική | λευκών | λευκών | λευκών |
| Αιτιατική | λευκούς | λευκές | λευκά |
| Κλητική | λευκοί | λευκές | λευκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →