Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λευκός

/lefˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει λευκό χρώμα Βικιλεξικό
    • Ο λευκός λαιμοδέτης μόνον μετὰ φράκου φορεῖται. Ὁ μαῦρος λαιμοδέτης καταχρηστικῶς φορεῖται μετὰ φράκου. (Εστία, τόμος 6, 29/12/1878, σελ. 3)
  2. που έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα, που ανήκει στη λεγόμενη λευκή φυλή, σε αντίθεση με τους Αφρικανούς ή τους Ασιάτες Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάάγραφος, καθαρός, μη βεβαρυμένος Βικιλεξικό
    • Στις εξετάσεις, παρέδωσε λευκή κόλλα.
    • λευκό ποινικό μητρώο
  4. ουσιαστικοποιημένολευκοί Βικιλεξικό
  5. ουσιαστικοποιημένολευκοί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λευκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λευκός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lewk- (λευκός, λαμπρός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκόςλευκήλευκό
Γενικήλευκούλευκήςλευκού
Αιτιατικήλευκόλευκήλευκό
Κλητικήλευκέλευκήλευκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλευκοίλευκέςλευκά
Γενικήλευκώνλευκώνλευκών
Αιτιατικήλευκούςλευκέςλευκά
Κλητικήλευκοίλευκέςλευκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →