Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λυπάμαι

/liˈpa.me/ρήμα
•
  1. αισθάνομαι λύπη Βικιλεξικό
  2. αισθάνομαι λύπη, συμπόνια και οίκτο για κάποιον Βικιλεξικό
    • Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
  3. υπολογίζω κάτι, με νοιάζει Βικιλεξικό
    • δε λυπάσαι το νερό κι αφήνεις τη βρύση να τρέχει;
  4. δεν ξοδεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λυπάμαι, παθητική φωνή του λυπώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλυπάμαι / λυπούμαιλυπάσαιλυπάταιλυπούμαστε / λυπόμαστελυπάστελυπούνται
Παρατατικόςλυπόμουν / λυπόμουναλυπόσουν / λυπόσουναλυπόταν / λυπότανελυπόμασταν / λυπόμαστελυπόσασταν / λυπόσαστελυπούνταν
Αόριστοςλυπήθηκαλυπήθηκεςλυπήθηκελυπηθήκαμελυπηθήκατελυπήθηκαν / λυπηθήκαν / λυπηθήκανε
Μέλλονταςθα λυπάμαι / θα λυπηθώ / θα λυπούμαιθα λυπάσαι / θα λυπηθείςθα λυπάται / θα λυπηθείθα λυπηθούμε / θα λυπούμαστε / θα λυπόμαστεθα λυπάστε / θα λυπηθείτεθα λυπηθούν / θα λυπηθούνε / θα λυπούνται
Παρακείμενοςέχω λυπηθείέχεις λυπηθεί————
Υπερσυντέλικοςείχα λυπηθείείχες λυπηθεί————
Υποτακτικήνα έχω λυπηθεί / να λυπάμαι / να λυπηθώ / να λυπούμαινα έχεις λυπηθεί / να λυπάσαι / να λυπηθείςνα λυπάται / να λυπηθείνα λυπηθούμε / να λυπούμαστε / να λυπόμαστενα λυπάστε / να λυπηθείτενα λυπηθούν / να λυπηθούνε / να λυπούνται
Προστακτική—λυπήσου——λυπείστε / λυπηθείτε / λυπιέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →