λυπάμαι
•
- αισθάνομαι λύπη Βικιλεξικό
- αισθάνομαι λύπη, συμπόνια και οίκτο για κάποιον Βικιλεξικό
- Τον βαρούσε μ' ένα χοντρό ματσούκι, ένα κλαδί που 'χε πάντα μαζί του, κι ο Χάρης ζητούσε να τον λυπηθεί κι έσκουζε σα ζώο. (Νίκος Α. Μάντης, Πέτρα - Ψαλίδι - Χαρτί, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014)
- υπολογίζω κάτι, με νοιάζει Βικιλεξικό
- δε λυπάσαι το νερό κι αφήνεις τη βρύση να τρέχει;
- δεν ξοδεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυπάμαι, παθητική φωνή του λυπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λυπάμαι / λυπούμαι | λυπάσαι | λυπάται | λυπούμαστε / λυπόμαστε | λυπάστε | λυπούνται |
| Παρατατικός | λυπόμουν / λυπόμουνα | λυπόσουν / λυπόσουνα | λυπόταν / λυπότανε | λυπόμασταν / λυπόμαστε | λυπόσασταν / λυπόσαστε | λυπούνταν |
| Αόριστος | λυπήθηκα | λυπήθηκες | λυπήθηκε | λυπηθήκαμε | λυπηθήκατε | λυπήθηκαν / λυπηθήκαν / λυπηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα λυπάμαι / θα λυπηθώ / θα λυπούμαι | θα λυπάσαι / θα λυπηθείς | θα λυπάται / θα λυπηθεί | θα λυπηθούμε / θα λυπούμαστε / θα λυπόμαστε | θα λυπάστε / θα λυπηθείτε | θα λυπηθούν / θα λυπηθούνε / θα λυπούνται |
| Παρακείμενος | έχω λυπηθεί | έχεις λυπηθεί | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λυπηθεί | είχες λυπηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λυπηθεί / να λυπάμαι / να λυπηθώ / να λυπούμαι | να έχεις λυπηθεί / να λυπάσαι / να λυπηθείς | να λυπάται / να λυπηθεί | να λυπηθούμε / να λυπούμαστε / να λυπόμαστε | να λυπάστε / να λυπηθείτε | να λυπηθούν / να λυπηθούνε / να λυπούνται |
| Προστακτική | — | λυπήσου | — | — | λυπείστε / λυπηθείτε / λυπιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →