λύπη
•
- το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός Βικιλεξικό
- Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- ο οίκτος, η λύπηση για κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λύπη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λύπη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λύπη | λύπες |
| Γενική | λύπης | — |
| Αιτιατική | λύπη | λύπες |
| Κλητική | λύπη | λύπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →