λυσσάρης
•
- που έχει προσβληθεί από λύσσα Βικιλεξικό
- μεταφορικάοργίλος Βικιλεξικό
- μεταφορικάλυσσαλέος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει ακόρεστη επιθυμία για σεξουαλικές ή άλλες απολαύσεις Βικιλεξικό
- Ο Γεράσιμος έχει να αντιμετωπίσει τη λυσσάρα θεία της αγαπημένης του, η οποία «του την πέφτει», τον αδελφό της, ο οποίος χρειάζεται επειγόντως μεταμόσχευση... εγκεφάλου, τα παιδιά του που τον μισούν θανάσιμα, αλλά και τον παππού, ο οποίος θέλει να τους πετάξει όλους από το σπίτι για να το πουλήσει και να πάει να ζήσει με εξωτικές καλλονές. (*)
Ετυμολογία
λυσσάρης < μεσαιωνική ελληνική λυσσάρης < αρχαία ελληνική λύσσα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυσσάρης | λυσσάρα | λυσσάρικο |
| Γενική | λυσσάρη | λυσσάρας | λυσσάρικου |
| Αιτιατική | λυσσάρη | λυσσάρα | λυσσάρικο |
| Κλητική | λυσσάρη | λυσσάρα | λυσσάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυσσάρηδες | λυσσάρες | λυσσάρικα |
| Γενική | λυσσάρηδων | — | λυσσάρικων |
| Αιτιατική | λυσσάρηδες | λυσσάρες | λυσσάρικα |
| Κλητική | λυσσάρηδες | λυσσάρες | λυσσάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →