λύσσα
•
- ιατρικήλοιμώδης νόσος χωρίς εξάνθημα, ιογενής και μολυσματική ασθένεια των σαρκοβόρων ζώων, η οποία μεταδίδεται από δάγκωμα προσβεβλημένου ζώου σε άλλο, προκαλεί συνήθως θάνατο και προσβάλλει και τον άνθρωπο. Κύριο σύμπτωμά της είναι η παράλυση του νευρικού συστήματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλη ορμή, ακατάσχετη μανία Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαράφορη οργή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπάρα πολύ αλμυρό φαγητό Βικιλεξικό
- μεταφορικάη μεγάλη πείνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λύσσα < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική λύσσα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leuk- / *lewk-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λύσσα | λύσσες |
| Γενική | λύσσας | λυσσών |
| Αιτιατική | λύσσα | λύσσες |
| Κλητική | λύσσα | λύσσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →