λυσσομανάω
•
- κυρίως για φυσικά φαινόμεναμαίνομαι, έχω μεγάλη ένταση, ορμή Βικιλεξικό
- λυσσομανάει έξω ο αγέρας, χτυπάνε τα παραθυρόφυλλα
Ετυμολογία
λυσσομανάω < λυσσομαν(ώ) + άω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λυσσομανῶ, συνηρημένος τύπος του λυσσομανεώ < αρχαία ελληνική λυσσομανής < λύσσ(α) + -ο- + -μανάω < μαν- του ρήματος μαίνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λυσσομανάω / λυσσομανώ | λυσσομανάς | λυσσομανά / λυσσομανάει | λυσσομανάμε / λυσσομανούμε | λυσσομανάτε | λυσσομανάν / λυσσομανάνε / λυσσομανούν / λυσσομανούνε |
| Παρατατικός | λυσσομανούσα | λυσσομανούσες | λυσσομανούσε | λυσσομανούσαμε | λυσσομανούσατε | λυσσομανούσαν / λυσσομανούσανε |
| Αόριστος | λυσσομάνησα | λυσσομάνησες | λυσσομάνησε | λυσσομανήσαμε | λυσσομανήσατε | λυσσομάνησαν / λυσσομανήσαν / λυσσομανήσανε |
| Μέλλοντας | θα λυσσομανάω / θα λυσσομανήσω / θα λυσσομανώ | θα λυσσομανάς / θα λυσσομανήσεις | θα λυσσομανά / θα λυσσομανάει / θα λυσσομανήσει | θα λυσσομανάμε / θα λυσσομανήσουμε / θα λυσσομανούμε | θα λυσσομανάτε / θα λυσσομανήσετε | θα λυσσομανάν / θα λυσσομανάνε / θα λυσσομανήσουν / θα λυσσομανήσουνε / θα λυσσομανούν / θα λυσσομανούνε |
| Παρακείμενος | έχω λυσσομανήσει | έχεις λυσσομανήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λυσσομανήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λυσσομανήσει / να λυσσομανάω / να λυσσομανήσω / να λυσσομανώ | να έχεις λυσσομανήσει / να λυσσομανάς / να λυσσομανήσεις | να λυσσομανά / να λυσσομανάει / να λυσσομανήσει | να λυσσομανάμε / να λυσσομανήσουμε / να λυσσομανούμε | να λυσσομανάτε / να λυσσομανήσετε | να λυσσομανάν / να λυσσομανάνε / να λυσσομανήσουν / να λυσσομανήσουνε / να λυσσομανούν / να λυσσομανούνε |
| Προστακτική | — | λυσσομάνα / λυσσομάναγε / λυσσομάνησε | — | — | λυσσομανάτε / λυσσομανήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →