Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λυσσώ

ρήμα
•
  1. προσβάλλομαι από την ασθένεια της λύσσας Βικιλεξικό
    • Ο σκύλος λύσσαξε.
  2. με πιάνει ασυγκράτητη οργή Βικιλεξικό
    • Έχει λυσσάξει που τον χώρισε.
  3. επιθυμώ έντονα ή με μανία κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
    • Λυσσάνε να με παντρέψουν.
  4. για καιρικά φαινόμεναεκδηλώνομαι με μεγάλη σφοδρότητα Βικιλεξικό
    • Η θάλασσα λυσσά.
  5. κυριεύομαι υπερβολικά από κάτι Βικιλεξικό
    • Λυσσώ στη δίψα.
  6. υποβάλλω κάποιον σε κάτι υπερβολικό ή τον επιβαρύνω με κάτι δυσάρεστο Βικιλεξικό
    • Με έχεις λυσσάξει με την ωραιοπάθειά σου.
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books

Ετυμολογία

λυσσώ < αρχαία ελληνική λυσσάω / λυσσῶ < λύσσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →