λυσσώ
•
- προσβάλλομαι από την ασθένεια της λύσσας Βικιλεξικό
- Ο σκύλος λύσσαξε.
- με πιάνει ασυγκράτητη οργή Βικιλεξικό
- Έχει λυσσάξει που τον χώρισε.
- επιθυμώ έντονα ή με μανία κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Λυσσάνε να με παντρέψουν.
- για καιρικά φαινόμεναεκδηλώνομαι με μεγάλη σφοδρότητα Βικιλεξικό
- Η θάλασσα λυσσά.
- κυριεύομαι υπερβολικά από κάτι Βικιλεξικό
- Λυσσώ στη δίψα.
- υποβάλλω κάποιον σε κάτι υπερβολικό ή τον επιβαρύνω με κάτι δυσάρεστο Βικιλεξικό
- Με έχεις λυσσάξει με την ωραιοπάθειά σου.
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books
Ετυμολογία
λυσσώ < αρχαία ελληνική λυσσάω / λυσσῶ < λύσσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →