λυτρωτής
•
- αυτός που λυτρώνει κάποιον, που τον σώζει, τον ελευθερώνει Βικιλεξικό
- ειδικότεραο Ιησούς Χριστός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυτρωτής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λυτρωτής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυτρωτής | λυτρωτές |
| Γενική | λυτρωτή | λυτρωτών |
| Αιτιατική | λυτρωτή | λυτρωτές |
| Κλητική | λυτρωτή | λυτρωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →