Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λωποδυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με λωποδύτη ή λωποδυσία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λωποδυτικός < λωποδύτης +-ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλωποδυτικόςλωποδυτικήλωποδυτικό
Γενικήλωποδυτικούλωποδυτικήςλωποδυτικού
Αιτιατικήλωποδυτικόλωποδυτικήλωποδυτικό
Κλητικήλωποδυτικέλωποδυτικήλωποδυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλωποδυτικοίλωποδυτικέςλωποδυτικά
Γενικήλωποδυτικώνλωποδυτικώνλωποδυτικών
Αιτιατικήλωποδυτικούςλωποδυτικέςλωποδυτικά
Κλητικήλωποδυτικοίλωποδυτικέςλωποδυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →