λωποδύτης
•
- ο κλέφτης Βικιλεξικό
- ο απατεώνας Βικιλεξικό
- Σιωπὴ καὶ φρίκη βασιλεύει! / τώρα κλαῖν τοὺς ἄνδρας των ἡ χήραις / κάθε λωποδύτης τώρα κλέβει, / τώρα ρουχαλίζουν κι' οἱ κλητῆρες. (Γεώργιος Σουρής, Νύκτα, 1887)
Ετυμολογία
λωποδύτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λωποδύτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λωποδύτης | λωποδύτες |
| Γενική | λωποδύτη | λωποδυτών |
| Αιτιατική | λωποδύτη | λωποδύτες |
| Κλητική | λωποδύτη | λωποδύτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →