Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λόγια

/ˈlo.ʝa/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτά που λέει κανείς Βικιλεξικό
  2. οι λέξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λόγια: δεύτερος πληθυντικός του ουσιαστικού λόγος

Άλλοι τύποι

λόγελόγολόγοιλόγοςλόγουλόγουςλόγων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

λόγια

/ˈlo.ʝi.a/επίρρημα, αρσενικό
•
  1. τροπικό επίρρημαμε λόγιο τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λόγια: κλιτικός τύπος και επίρρημα του λόγιος

Άλλοι τύποι

λόγελόγολόγοιλόγοςλόγουλόγουςλόγων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →