Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λύσιμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
    • Διαπιστώθηκε ότι όταν κάποιος περπατά γρήγορα ή τρέχει, το πόδι του χτυπά το έδαφος με δύναμη επταπλάσια της βαρύτητας. Αντιδρώντας σε αυτή τη δύναμη, ο κόμπος των κορδονιών αρχικά τεντώνεται και μετά χαλαρώνει. Αφού ο κόμπος έχει χαλαρώσει, το πόδι που πηγαίνει πέρα-δώθε καθώς κινείται, ασκεί μια δεύτερη δύναμη αδράνειας στις ελεύθερες άκρες των κορδονιών, πράγμα που οδηγεί στο γρήγορο λύσιμό τους ακόμη και με δύο δρασκελιές. (*)
  2. κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
    • Από την αρχή της εκστρατείας του Μουσταή μέχρι το λύσιμο της πολιορκίας οι Οθωμανοί χάσανε μόνο από τις ασθένειες χίλιους πεντακόσιους άνδρες. (*)

Ετυμολογία

λύσιμο < ελληνιστική κοινή λύσιμον < αρχαία ελληνική λύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήλύσιμολυσίματα
Γενικήλυσίματοςλυσιμάτων
Αιτιατικήλύσιμολυσίματα
Κλητικήλύσιμολυσίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →