λύσιμο
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
- Διαπιστώθηκε ότι όταν κάποιος περπατά γρήγορα ή τρέχει, το πόδι του χτυπά το έδαφος με δύναμη επταπλάσια της βαρύτητας. Αντιδρώντας σε αυτή τη δύναμη, ο κόμπος των κορδονιών αρχικά τεντώνεται και μετά χαλαρώνει. Αφού ο κόμπος έχει χαλαρώσει, το πόδι που πηγαίνει πέρα-δώθε καθώς κινείται, ασκεί μια δεύτερη δύναμη αδράνειας στις ελεύθερες άκρες των κορδονιών, πράγμα που οδηγεί στο γρήγορο λύσιμό τους ακόμη και με δύο δρασκελιές. (*)
- κατ’ επέκτασηη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του λύνω Βικιλεξικό
- Από την αρχή της εκστρατείας του Μουσταή μέχρι το λύσιμο της πολιορκίας οι Οθωμανοί χάσανε μόνο από τις ασθένειες χίλιους πεντακόσιους άνδρες. (*)
Ετυμολογία
λύσιμο < ελληνιστική κοινή λύσιμον < αρχαία ελληνική λύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λύσιμο | λυσίματα |
| Γενική | λυσίματος | λυσιμάτων |
| Αιτιατική | λύσιμο | λυσίματα |
| Κλητική | λύσιμο | λυσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →