μάγκας
•
- χαρακτηριστικός λαϊκός τύπος με ιδιαίτερη εμφάνιση, ομιλία και συμπεριφορά Βικιλεξικό
- Πλησίον του ωρολογίου της αγοράς υπάρχει υπόγειός τις ναός Βυζαντινής εποχής, όστις από πολλού υπό των θεοσεβών εγκαταλειφθείς, κατέστη καταφύγιον των μαγκών. (Νικόλαος Β. Βωτυράς, «Η μάγκα του Ωρολογίου, ήτοι τα αποτελέσματα μιας αμαρτίας», Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τ.Δ΄, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 266-268 https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/education/greek_history/item.html?iid=1732)
- ..που «έγραψε» περί ...μαγκών όλου του κόσμου κ' είν' ώστόσο πραγματικό (μόνο που δεν έγραψε ο ατυχής αλήθεια περί μαγκών, παρά... (Χάρης Πάτσης, Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, Γεώργιος Θεοδώρου Ζούρας, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας: Απόλλων - Άσπρο Φως, Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων, 1995, σελ. 101)
- παλικαράς, νταής Βικιλεξικό
- ο ικανός στον τομέα του Βικιλεξικό
- φιλική προσφώνηση σε πολύ οικείο τόνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάγκας < μάγκα (θηλυκό) < αλβανική mangë (δάρτης λιναριού ή κανναβιού, (μεταφορικά) χαμίνι, αλάνι) < mang (μικρό ζώου, χαμίνι, αλάνι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mey- (μικρός, λίγος) ::Υπάρχει και η άποψη: < αλβανική mangë < τουρκική manga < (παλαιά) ιταλική banka / banca (πάγκος κωπηλατών σε γαλέρα) < πρωτογερμανική *bankiz (πάγκος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeg- (κάμπτω, καμπυλώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγκας | μάγκες |
| Γενική | μάγκα | μαγκών |
| Αιτιατική | μάγκα | μάγκες |
| Κλητική | μάγκα | μάγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →