μάγκα
•
- ιστορίαμικρή ομάδα άτακτου στρατού κατά τον 18^ο και 19^ο αιώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάγκα < αλβανική mangë (δάρτης λιναριού ή κανναβιού, (μεταφορικά) χαμίνι, αλάνι) < mang (μικρό ζώου, χαμίνι, αλάνι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mey- (μικρός, λίγος) ::Υπάρχει και η άποψη: < αλβανική mangë < τουρκική manga < (παλαιά) ιταλική banka / banca (πάγκος κωπηλατών σε γαλέρα) < πρωτογερμανική *bankiz (πάγκος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰeg- (κάμπτω, καμπυλώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγκα | μάγκες |
| Γενική | μάγκας | μαγκών |
| Αιτιατική | μάγκα | μάγκες |
| Κλητική | μάγκα | μάγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →