μάζεμα
•
- η ενέργεια του μαζεύω, συλλογή Βικιλεξικό
- το μάζεμα της ελιάς
- Στην αρχή ο χασλαμάς, δηλαδή το καπνοσπορείο, μετά η φύτευση στο χωράφι, οι ενδιάμεσες καλλιεργητικές εργασίες, ώσπου να χρυσίσει το φύλλο, μετά το μάζεμα το πρωί πριν βγει ο ήλιος, για να περαστούν με τη βελόνα στο σπάγκο και να κρεμαστούν (Ζαφείρης Μέκκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 76)
- η τακτοποίηση Βικιλεξικό
- Με λίγο μάζεμα, το δωμάτιο θα είναι μια χαρά.
- το στένεμα Βικιλεξικό
- η φούστα θέλει μάζεμα
Ετυμολογία
μάζεμα < μαζεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάζεμα | μαζέματα |
| Γενική | μαζέματος | μαζεμάτων |
| Αιτιατική | μάζεμα | μαζέματα |
| Κλητική | μάζεμα | μαζέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →