συλλογή
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω Βικιλεξικό
- με τη συλλογή των σκουπιδιών θα ασχοληθούμε αύριο
- για τη συλλογή όλων των στοιχείων θα χρειαστούν τρεις υπάλληλοι
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω Βικιλεξικό
- ασχολείται με τη συλλογή έργων τέχνης
- συνεκδοχικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω Βικιλεξικό
- Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)
- σκέψη που επανέρχεται, που με απασχολεί Βικιλεξικό
- βυθίζομαι σε συλλογή
Ετυμολογία
συλλογή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συλλογή (συγκέντρωση) < συλλέγω < (σύν) συλ- + λέγω (με τη σημασία: συλλέγω, συγκεντρώνω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική collection :* για τη σημασία «επανερχόμενη σκέψη» < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή συλλογή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συλλογή | συλλογές |
| Γενική | συλλογής | συλλογών |
| Αιτιατική | συλλογή | συλλογές |
| Κλητική | συλλογή | συλλογές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →