Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μάζωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το μάζεμα Βικιλεξικό
  2. παίρνω φόρα (π.χ. για να κάνω άλμα εις μήκος) Βικιλεξικό
    • Πάρεμάζωμα γιατί αλλιώς δεν θα πηδήξεις το χαντάκι

Ετυμολογία

μάζωμα < μαζώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάζωμαμαζώματα
Γενικήμαζώματοςμαζωμάτων
Αιτιατικήμάζωμαμαζώματα
Κλητικήμάζωμαμαζώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →