μάζωμα
•
- το μάζεμα Βικιλεξικό
- παίρνω φόρα (π.χ. για να κάνω άλμα εις μήκος) Βικιλεξικό
- Πάρεμάζωμα γιατί αλλιώς δεν θα πηδήξεις το χαντάκι
Ετυμολογία
μάζωμα < μαζώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάζωμα | μαζώματα |
| Γενική | μαζώματος | μαζωμάτων |
| Αιτιατική | μάζωμα | μαζώματα |
| Κλητική | μάζωμα | μαζώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →