μάκτρο
•
- αρχαιοπρεπέςκάτι με το οποίο σφουγγίζω ή σκουπίζω, όπως σπόγγος, πετσέτα, μαντίλι Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςειδικό εργαλείο για τον καθαρισμό και την περιποίηση του πυροβόλου όπλου ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάκτρο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μάκτρον > μάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάκτρο | μάκτρα |
| Γενική | μάκτρου | μάκτρων |
| Αιτιατική | μάκτρο | μάκτρα |
| Κλητική | μάκτρο | μάκτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →